Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.

take the blame for


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο blame παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: take | the | for
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blame [sb/sth] vtr (hold responsible)κατηγορώ ρ μ
 Don't blame me! It wasn't my fault!
blame [sth] on [sb/sth] vtr (attribute: [sth] bad)αποδίδω κτ σε κπ/τκ ρ μ + πρόθ
  κατηγορώ κπ/κτ για κτ ρ μ + πρόθ
 He blamed his lack of concentration on having slept badly that night.
 Απέδωσε την έλλειψη συγκέντρωσής του στο γεγονός ότι είχε κοιμηθεί άσχημα εκείνη τη νύχτα.
blame n (responsibility)ευθύνη ουσ θηλ
 Many people shared the blame for the accident.
 Η ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει πολλούς.
blame n (censure)ευθύνη, υπαιτιότητα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)φταίξιμο ουσ ουδ
 Blame for the airplane accident was placed on the pilot.
 Η ευθύνη για το αεροπορικό δυστύχημα αποδόθηκε στον πιλότο.
blame n (guilt)ενοχή ουσ θηλ
 He felt a sense of blame, despite her reassurance that it hadn't been his fault.
 Ένιωσε ένα αίσθημα ενοχής παρόλο που εκείνη τον καθησύχασε ότι το λάθος δεν ήταν δικό του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
put the blame on [sb/sth] v expr (name as culprit)ρίχνω την ευθύνη σε κάποιον έκφρ
  ρίχνω το φταίξιμο σε κάποιον έκφρ
 It was unfair to put the blame on the goalie for failing to save the penalty.
take the blame v expr (accept responsibility for [sth])αναλαμβάνω την ευθύνη έκφρ
 It was my idea so I guess I'll have to take the blame.
be to blame v expr (be responsible, guilty)φταίω, ευθύνομαι ρ αμ
  είμαι υπαίτιος έκφρ
  είμαι υπεύθυνος έκφρ
  (επίσημο)φέρω την ευθύνη έκφρ
 Following the collapse of the deal, the team argued about who was to blame.
be to blame for [sth] v expr (be responsible, guilty for)φταίω για κτ, ευθύνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι υπαίτιος για κτ έκφρ
  είμαι υπεύθυνος για κτ έκφρ
 Your mother is to blame for this whole situation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση take the blame for στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «take the blame for».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!